Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

ΧΑΜΕΝΟ ΣΤΗ ΓΡΑΦΗ

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΤΑΙΡΙ

του Διονύση Λεϊμονή, εκδόσεις Ακρίτας, 2009

Είχα ακούσει ένα σωρό καλά λόγια για το συγγραφέα και το βιβλίο αυτό, που όταν βρέθηκε στα χέρια μου το ξεκίνησα αμέσως. Μου άρεσε ιδιαίτερα ο τίτλος. Τι να σήμαινε άραγε το χαμένο ταίρι? Δεν ξέρω αν πρέπει να το αποκαλύψω και χαλάσω την έκπληξη. Δυστυχώς αυτή ήταν και η μόνη έκπληξη του βιβλίου. Τίποτε άλλο. Κρίμα. Μπορώ να πω ότι στεναχωρήθηκα κιόλας γιατί άλλα περίμενα και άλλα βρήκα.
Πρόκειται για ακόμη ένα βιβλίο μέσα στα τόσα που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια για τη μικρασιατική καταστροφή και τα δεινά των διωγμένων ελλήνων. Κάποια από αυτά είναι πετυχημένα, πολλά όμως είναι σκέτα εμπορικά ατάλαντα σκευάσματα.


Το θέμα της καταστροφής μού είναι οικείο λόγω καταγωγής παπούδων. Σε σχετικά μεγάλη ηλικία κατανόησα τη συγκεκριμένη σελίδα της ιστορίας, τη διάβασα, την ανακάλυψα και ακόμα μέχρι σήμερα μου δημιουργεί μεγάλη θλίψη.
Το βιβλίο περιγράφει τη ζωή της γιαγιάς Δέσποινας, τον αγώνα της μετά την εγκατάσταση της στα χώματα της Νέας Ιωνίας του Βόλου και την ελπίδα της να βρει το χαμένο ταίρι.
Το βιβλίο δεν με ενθουσίασε. Τουναντίον με κούρασε σε πολλά σημεία του, μερικές φορές μάλιστα το παρόπλισα εντελώς αλλά στο τέλος το ξανάπιανα επειδή δε μου αρέσει να αφήνω μισοτελειωμένα βιβλία.
Βρήκα ατελείωτες, κουραστικές και επαναλαμβανόμενες περιγραφές. Διαλόγους με λεπτομέρειες που δεν ενδιέφεραν και θύμιζαν σχολικά τετράδια. Ύφος γλυκερό, ευκολίες και ευσυγκινησίες.
Ένα βιβλίο που κοπίασα να τελειώσω.

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ

The Magnificent Ambersons
Τηλεταινία του 2002, σκηνοθετημένη από τον Alfonso Arau, με πρωταγωνιστές τους Jonathan Rhys Meyers, Gretchen Mol, Madeleine Stowe, Bruce Greenwood και  Jennifer Tilly.

Προνόησα να περάσω ωραία το μεσημέρι μου μια και ήμουν σπίτι λόγω της αργίας των αγιασμένων νερών.

Η τηλεοπτική αυτή ταινία είναι ουσιαστικά remake της ομώνυμης ταινίας του 1942, σκηνοθετημένης τότε από τον Orson Welles, βασισμένη σε σενάριο και σημειώσεις του ίδιου και στη νουβέλα του Booth Tarkington. Φαίνεται ότι ο Orson μαγεύτηκε από τη νουβέλα αυτή και αφιέρωσε πολύ χρόνο για να επεξεργαστεί το σενάριο και να κάνει την ταινία του 1942 η οποία συγκαταλέγεται στις σημαντικές ταινίες του αιώνα.

Η νουβέλα και η ταινία περιγράφουν την άνοδο και την πτώση της αριστοκρατικής οικογένειας Ambersons στην Ινδιανάπολη, ξεκινώντας από το 1884 και φτάνοντας 30 χρόνια μετά. Μέσα από τη ζωή του Τζωρτζ (Jonathan Rhys Meyers), του κακομαθημένου εγγονού του Major Amberson, βλέπουμε την πορεία της οικογένειας, καθώς όλα γύρω της αλλάζουν. Το αυτοκίνητο διώχνει τις άμαξες, το αγροτικό τοπίο μεταμορφώνεται σε αστικό και η αριστοκρατία πνέει τα λοίσθια καθώς αναδύεται μια νέα τάξη, η τάξη των πλουσίων.
Εξαιρετικός ο ιρλανδός ηθοποιός Jonathan Rhys Meyers. Εκτός του ταλέντου είναι ένα από τα ωραία και παράξενα πρόσωπα στο σύγχρονο κινηματογράφο, νομίζω. Γωνιώδες πρόσωπο, ανοιχτόχρωμα μάτια, έντονο βλέμμα και αισθησιακά ή μάλλον έκφυλα χείλη. Πρόσωπο ωστόσο που δεν είναι αρρενωπό μεν, είναι πολύ γοητευτικό δε, με περίεργο τρόπο. Δικαίως τον διαλέγουν για μοντέλο διάφοροι μόδιστροι, μόνο όμως ως πρόσωπο φαντάζομαι, γιατί φαίνεται αρκετά κοντός. Από ό,τι διαβάζω ανήκει και αυτός στην κατηγορία των αυτοκαταστρεφόμενων ηθοποιών : είναι αλκοολικός χρόνια τώρα και μπαινοβγαίνει για αποτοξινώσεις συχνά πυκνά. Ψυλλιάζομαι δε, ότι το πετυχημένο στην ταινία αλαζονικό ύφος του, δεν είναι μόνο ηθοποιϊα, πρέπει να έχει καταβολές και από τον πραγματικό χαρακτήρα του.
Πολύ καλή και στο ρόλο της μητέρας του η Madeleine Stowe (αμερικανίδα), όπως και ο Bruce Greenwood (καναδός) στο ρόλο του αγαπημένου της μητέρας του.
Δε λέω τίποτε για τη φωτογραφία, τα μέρη των γυρισμάτων, εσωτερικά και εξωτερικά ... Χάρμα οφθαλμών.
Η ωραιότερη σκηνή της ταινίας είναι ο χορός των Bruce Greenwood - Madeleine Stowe στη βεράντα της έπαυλης των Amberson, το βράδυ την ώρα που χιονίζει, κάτω από τις ομπρέλες των δύο υπηρετών που βγήκαν βιαστικοί να τους προφυλάξουν.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΒΕΝΤΕΤΑ

ΒΕΝΤΕΤΑ του Michael Dibdin
σε μετάφραση Χριστίνας Ελιασά,
από τις εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί, 2004
Προσωπικά αστεράκια 6 στα 10

Μου αρέσει η αστυνομική λογοτεχνία αν και διαβάζω σποραδικά και τυχαία. Τελευταία έπεσε συμπτωματικά στα χέρια μου (μια τυχαία επιλογή από τη δανειστική βιβλιοθήκη της γειτονιάς) ο συγγραφέας Μπέντζαμιν Μπλακ και κατάλαβα τη διαφορά αυτού που λέμε αστυνομική λογοτεχνία από αυτό που αποκαλούμε "διάβασα ένα αστυνομικό". Η Βεντέτα ανήκει στο δεύτερο είδος.
Καμία σχέση δεν έχουν τα γραφόμενα στο οπισθόφυλλο με τα διαδραματιζόμενα στο βιβλίο. Ίσως τελικά είναι καλύτερο να μη διαβάζουμε καθόλου τα οπισθόφυλλα μια και έχω παρατηρήσει ότι δρουν πολλές φορές παραπλανητικά θετικά ή αρνητικά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το οπισθόφυλλο ήταν κακό.

Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αουρέλιο Ζεν, ένας αστυνομικός με άφθονα προσωπικά προβλήματα. Μεσήλικας και χωρισμένος, ζει με τη μαμά του που είναι ηλικιωμένη και με αρχόμενη άνοια. Ο ίδιος θεωρεί αυτή τη συμβίωση ανυπόφορη και νοιώθει πολλές φορές εγκλωβισμένος. Τον τρώει ο φόβος της πρόωρης συνταξιοδότησης και ο εφιάλτης του τι θα κάνει στη ζωή του όταν δεν θα έχει αντικείμενο δουλειάς. Αλλά και στη δουλειά του δεν έχει λιγότερα προβλήματα καθώς έχει δημιουργήσει αντιζηλίες με συναδέλφους και υπάρχει ένα περιρέον κλίμα καχυποψίας. Μέσα από αυτό το κλίμα αναδύεται η συμπάθεια που τρέφει, χωρίς άλλες ελπίδες ή βλέψεις γιατί είναι παντρεμένη, για τη συνάδελφο του Τάνια.

Η σκιαγράφηση της ζωής του ήρωα μέχρι το σημείο αυτό, κινητοποιεί συνθήκες ταύτισης με τον αναγνώστη (τουλάχιστον τον μεσήλικα αναγνώστη) και αυτό λειτουργεί θετικά στη συνέχιση της ανάγνωσης. Τα προβλήματα του ήρωα είναι καθημερινά και αφορούν όλους λίγο πολύ : οι γονείς που γερνούν και πρέπει να τους φροντίσεις, ένας αποτυχημένος γάμος, η μοναξιά, η απόπειρα ενός νέου έρωτα, τα προβλήματα στη δουλειά και η απειλή της επικείμενης συνταξιοδότησης που σηματοδοτεί έναν νέο ίσως κύκλο μοναχικότητας.

Ο Ζεν μένει και εργάζεται στη Ρώμη. Όταν του ανατίθεται η μπερδεμένη υπόθεση της δολοφονίας του πλούσιου κατασκευαστή Όσκαρ Μπουρόλο και των καλεσμένων του, στην απόρθητη βίλα του στη Σαρδηνία, ξεκινούν τα πραγματικά βάσανα του. Προσπαθεί να εξιχνιάσει την υπόθεση προσπαθώντας παράλληλα να φυλάξει τα νώτα του από τους συναδέλφους του, να φροντίσει τη μητέρα του και να διαχειριστεί την ολοένα αυξανόμενη έλξη που του ασκεί η Τάνια. Αναγκάζεται να ταξιδέψει στην αφιλόξενη Σαρδηνία, να κινδυνέψει, να αναθεωρήσει πολλές απόψεις του και τελικά ... να λύσει το γρίφο και να κερδίσει... Δεν αποκαλύπτω τι θα κερδίσει για να το ανακαλύψετε μόνοι σας.

Το βιβλίο σε γενικές γραμμές μου άρεσε αν και σε αρκετά σημεία πλατείαζε επικίνδυνα. Απέδιδε καλά το ζοφερό περιβάλλον της Σαρδηνίας αλλά και τη γοητεία της Ρώμης. Το τέλος του είναι που δεν με ικανοποίησε απόλυτα. Η λύση του γρίφου των δολοφονιών μου φάνηκε λίγο τραβηγμένη.
Καλό βιβλίο για διακοπές, ταξίδια και καλοκαίρι. Βιβλίο εύκολης ανάγνωσης, χωρίς απαιτήσεις.
Όπως κατάλαβα ο ήρωας Αουρέλιο Ζεν έχει και άλλες περιπέτειες. Σαν το Δικαστή Τι, διάφορους καλόγερους, ντετέκτιβ, ιατροδικαστές κλπ.

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

ΠΑΤΑΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΜΑΖΙ...

Ο χάρτης της αγάπης  Αχντάφ Σουέιφ
Προσωπικοί αστερίες 3 στους 10

Ογκώδες βιβλίο 672 σελίδων το οποίο ομολογώ ότι δεν με ενθουσίασε καθόλου. Περισσότερο μου έμοιαζε σαν άσκηση για μεταπτυχιακή εργασία στην ιστορία μιας συγκεκριμένης εποχής της Αιγύπτου.
Πολλές λεπτομέρειες, πολλά γεγονότα και πολλά, πάρα πολλά ονόματα διπλά και τριπλά που με κούραζαν χωρίς λόγο. Επίσης ήταν πολλές οι φορές που παραθέτονταν γράμματα και σκέψεις των διαφορετικών ηρωίδων απανωτά και με τρόπο που μπέρδευαν και κούραζαν. Δεν υπάρχει για μένα χειρότερο πράγμα σε βιβλίο από το να σταματάω για να καταλάβω τι γίνεται, ποιος γράφει και ποιος ήταν ο τάδε που είχε αναφερθεί πριν 3 σελίδες.
Για δε τον συγκεκριμένο έρωτα Άννας - Σαρίφ (Αγγλίδας - Αιγυπτίου) έχω κάποιες ενστάσεις. Χωρίς να δουλευτεί καλά ο πρώτος γάμος από τη συγγραφέα, χωρίς να διευκρινιστούν τα πραγματικά προβλήματα εκείνου του γάμου, βλέπουμε την ηρωίδα να επισκέπτεται την Αίγυπτο και λύνουμε τις απορίες της επιλογής της αυτής σχεδόν στο τέλος του βιβλίου.
Βλέπουμε μια αρκετά χειραφετημένη γυναίκα της εποχής των αρχών του 1900 να πηγαίνει στην Αίγυπτο της αγγλικής κατοχής, να τολμά να ντύνεται άντρας (!) για να επισκεφθεί τα μέρη που ονειρευόταν και ξαφνικά... να ερωτεύεται έναν Αιγύπτιο και να μπαίνει στο χαρέμι.
Υποτίθεται ότι αυτή η ανεξάρτητη προσωπικότητα δέχτηκε πολύ απλά και φυσικά να μένει σπίτι, να μη μπορεί να πάει πουθενά χωρίς την άδεια και την παρακολούθηση του συζύγου, να ακούει ομιλίες από το καφασωτό και να μη βλέπει πλέον άντρες απευθείας. Θα μπορούσε να το δεχτεί ο αναγνώστης εάν είχε σερβιριστεί κάπως αλλιώς. Εμένα δεν με έπεισε γιατί η Άννα σκιαγραφήθηκε πολύ δυναμική για να καταλήξει έτσι. Ο δε σύζυγος πολύ προοδευτικός και αγωνιστής για την καλυτέρευση της χώρας του αλλά στο σπίτι πολύ Αιγύπτιος σε όλα.
Το χειρότερο από όλα ήταν ότι με αφορμή το βιβλίο αυτό και έχοντας πρόσφατο το άλλο βιβλίο "Το μέγαρο Γιακουμπιάν" συνειδητοποίησα ότι η χώρα αυτή ελάχιστα έχει προοδεύσει έναν αιώνα και. Αυτός ο φωτεινός πολιτισμός λες και καθηλώθηκε για πάντα! Συνάντησα το ίδιο κλίμα του αναπότρεπτου που διαιωνιζόταν, με μικρές αλλαγές, μέχρι σήμερα.
Ας μη μιλήσω για το σχεδόν γελοίο εξώφυλλο.
Βιβλίο - χάσιμο χρόνου.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

 Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού του Ισίδωρου Ζουργού
Προσωπικά αστεράκια 9 στα 10
εκδόσεις Πατάκη, 2009

 Ένα εξαιρετικό βιβλίο!
Μου ξανάφερε στο νου το "Τώρα θα δεις" του Δημήτρη Γκιώνη που έχει παρεμφερές θέμα και αναφέρεται στην ανάλογη παρέα των παιδιών που βρίσκεται στη δεκαετία του΄50.
Είναι τόσο ιδιαίτερο το πέρασμα ενός παιδιού στην εφηβεία... Αυτό το μεταίχμιο μεταξύ παιδικής αθωότητας - αφέλειας και εφηβικών αναζητήσεων / ερωτηματικών / ονείρων. Ένας κόσμος που αλλάζει... Στιγμές που όλοι ζήσαμε και σχεδόν ξεχάσαμε. Ένα βιβλίο με άρωμα peppermint!
Αυτό είναι που κέρδισα από το βιβλίο : μου ξύπνησε πάλι τις μνήμες των χρόνων που πέρασαν, τα λόγια, τα μαλώματα, τα παιχνίδια, τα μεσημέρια με τα εικονογραφημένα, τους γονείς μου, τους παππούδες μου... Εκείνα τα καλοκαίρια της μακρινής ευτυχίας.
Βιβλίο ατμοσφαιρικό χωρίς αμφιβολία. Ο συγγραφέας κατάφερε να "διασώσει" τις μνήμες του όλα αυτά τα χρόνια χωρίς να θαμπώσουν έστω και ελάχιστα από τη σκόνη της λήθης. Οι περιγραφές του, γεμάτες φρεσκάδα, ξετρυπώνουν τη νοσταλγία και τη θλίψη για ένα κόσμο οριστικά χαμένο.
Το εξώφυλλο σε γκρο πλαν δεν κολακεύει το βιβλίο. Αν το παρατηρήσεις όμως είναι ένα γοητευτικό στιγμιότυπο του "κρυφτό". Ανήκει και αυτό στην κατηγορία των πραγμάτων που τα αδικεί η πρώτη εντύπωση.
Ωραίο να ανακαλύπτω βιβλία και συγγραφείς που αξίζουν το χρόνο μου.

Η ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Η ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΓΑΤΑΣ του Κερτ Βόνεγκατ
Μετάφραση Φίλιππος Χρυσόπουλος, εκδόσεις Κέδρος
Προσωπικά αστεράκια 7 στα 10

Το βιβλίο ανήκει στην κατηγορία των βιβλίων που ή τα παρατάς στις πρώτες σελίδες και δε θέλεις να ξανακούσεις το όνομα του συγγραφέα ή το διαβάζεις με όλο και μεγαλύτερη περιέργεια για να καταλήξεις ότι ήταν ένα ενδιαφέρον βιβλίο.
Πάντως είναι ένα περίεργο βιβλίο.
Κινδύνεψα να το αφήσω αλλά σκέφτηκα ότι έχω και έχω διαβάσει περίεργα και χαζά βιβλία, τι πείραζε ένα ακόμα?
Η ανάγνωση ήταν εύκολη και αμέσως μόλις αποδεχόσουν το περίεργο κλίμα του, σου δημιουργούσε ενδιαφέρον. Δεν μου πήρε παραπάνω από 2 μέρες με κανονικούς ρυθμούς. Τον Κερτ Βόνεγκατ τον άκουγα πρώτη φορά.
Αφηγητής του βιβλίου είναι ένας συγγραφέας που αποφασίζει να γράψει για τη μέρα που έπεσε η βόμβα (ή καλύτερα "που έριξαν τη βόμβα") στη Χιροσίμα. Χωρίς καμία ιδιαίτερη βιασύνη αρχίζει να συγκεντρώνει στοιχεία για τον επιστήμονα που συνέλαβε και επεξεργάστηκε την ιδέα, στη συνέχεια ενδιαφέρεται για την οικογένεια του και προοδευτικά χάνεται μέσα σε ένα κλίμα περίεργο.
Να πω ότι η "φωλιά της γάτας" αναφέρεται σε ένα παιχνίδι χεριών, όπου τυλίγεται και ξετυλίγεται στα δάχτυλα ένας σπάγκος, φτιάχνοντας το σχήμα που αποκαλείται έτσι.
Ας παραθέσω μερικά στοιχεία από κριτικές που βρήκα και δίνουν επιτυχώς το στίγμα του βιβλίου.
   
Από την Ευμορφία Ζήση
Ο Κερτ Βόνεγκατ γεννήθηκε το 1922 στην Ιντιανάπολη των ΗΠΑ. Σπούδασε βιοχημεία και ανθρωπολογία. Το 1943 κατατάχθηκε ως εθελοντής στον αμερικανικό στρατό. Το 1945 συνελήφθη από τους Γερμανούς και βίωσε ως αιχμάλωτος πολέμου το βομβαρδισμό της Δρέσδης, γεγονός που αποτέλεσε έναυσμα για να γράψει το γνωστότερο έργο του, το ''Σφαγείο Νο 5''.

Στη ''Φωλιά της γάτας'' ο ήρωας του βιβλίου και ταυτόχρονα αφηγητής, Τζον, συγκεντρώνει πληροφορίες προκειμένου να γράψει ένα βιβλίο. Το θέμα του βιβλίου είναι τι έκαναν διάσημοι Αμερικανοί στις 6 Αυγούστου 1945, όταν έπεσε η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας έρχεται σε επαφή με τα τρία παιδιά του Φίλιξ Χένικερ, του υποτιθέμενου εφευρέτη της ατομικής βόμβας. Ο Φίλιξ Χένικερ είναι ένας άνθρωπος ο οποίος δεν ενδιαφέρεται διόλου για τις ανθρώπινες σχέσεις παρά μόνο για την κατασκευή της βόμβας. Λίγο πριν πεθάνει εφηύρε τον πάγο-εννέα, μια ουσία που στερεοποιεί το νερό με το οποίο έρχεται σε επαφή. Έτσι, αυτόματα ο πάγος-εννέα καθίσταται πιο επικίνδυνο όπλο και από τη βόμβα υδρογόνου. Η ανακάλυψη αυτή απειλεί να αφανίσει τον κόσμο. Ο Τζον ταξιδεύει σε ένα μικρό νησί της Καραϊβικής, όπου ανακαλύπτει ότι οι άνθρωποι εκεί πιστεύουν στον τυχοδιώκτη Μπόκονον του οποίου η θρησκεία βασίζεται σε κατάφωρα ψέματα. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας: ''Όποιος αδυνατεί να καταλάβει πώς μια χρήσιμη θρησκεία μπορεί να στηρίζεται στο ψέμα, δεν πρόκειται να καταλάβει ούτε αυτό το βιβλίο''. Τέλος, μια πανέμορφη γυναίκα εξασκεί το μποκο-μάρου, το ερωτικό μασάζ πελμάτων και μαγεύει τον Τζον προσηλυτίζοντάς τον στην παράλογη αυτή πίστη. Τη στιγμή που ο Τζον ετοιμάζεται να ανακηρυχθεί πρόεδρος του νησιού εξαιτίας ενός μοιραίου λάθους, ο πάγος-εννέα πέφτει στη θάλασσα και τα πάντα παγώνουν.

Η ''Φωλιά της γάτας'' είναι ένα μυθιστόρημα φαντασίας. Τίποτα σε αυτό το βιβλίο δεν είναι αλήθεια. Το καυστικό στοιχείο και η σάτιρα σφραγίζουν την ιστορία που πλέκει ο Βόνεγκατ γύρω από το ζοφερό εύρημα, τον πάγο-εννέα. Ο συγγραφέας μέσω της επιστημονικής φαντασίας καυτηριάζει την εγκληματική επιστημονική αφέλεια, την τυφλή εμπιστοσύνη στους επιστήμονες που τους επιτρέπει να προβαίνουν σε ολέθρια πειράματα, τη θρησκοληψία, τον πατριωτισμό, την πολιτική, τον έρωτα. Μια είναι η αξία που προβάλλεται ως μέτρο όλων, ο άνθρωπος. Το βιβλίο αποτελείται από 127 μικρά κεφάλαια. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Βόνεγκατ είναι γεμάτη συμβολισμούς που παρακινούν τον αναγνώστη σε βαθύτερη σκέψη. Πολύ καλή η μετάφραση του Φίλιππου Χρυσόπουλου.

Ακόμη μια κριτική από τον Θοδωρή Γεωργακόπουλο.
Η "Φωλιά της Γάτας" είναι ένα από τα παραληρηματικά μυθιστορήματα φαντασίας που έχουν μια εντελώς εξωφρενική πλοκή, διάστικτη από απίθανες ιδέες. Αυτό, πιστεύω, είναι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα στη λογοτεχνία : Το αναπάντεχο. Το να διαβάζεις μια φράση που δεν περίμενες με τίποτα, να τελειώσεις μια πρόταση και να νιώθεις την έκπληξη. Αυτό είναι και το φόρτε του Βόνεγκατ: Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα τελειώσει η παράγραφος που διαβάζεις και, από ένα σημείο και μετά, ξέρεις ότι κάτι απίθανο θα συμβεί ωσονούπω, συνέχεια, και συνηθίζεις στην αναμονή της έκπληξης, και ο συγγραφέας δεν απογοητεύει ποτέ. Εκπλήσσει συνέχεια.

Το συγκεκριμένο βιβλίο λέει την περιπέτεια ενός κυνικού τύπου, που αποφασίζει να γράψει την ιστορία της τελευταίας μέρας της ζωής του ανθρώπου που ανακάλυψε την ατομική βόμβα. Αναζητεί τα τρία παιδιά του, μιλά με τους συνεργάτες του, και το ταξίδι τον πηγαίνει σε ένα νησί της Καραϊβικής, στην ανακάλυψη της πιο κυνικής θρησκείας του κόσμου, και ενός υπερόπλου πολύ πιο φονικού από την ατομική βόμβα. Οι συμβολισμοί είναι παντού, η γλώσσα κοφτή, το χιούμορ διάχυτο και τα κεφάλαια μικρούλια. Ευτυχώς και η μετάφραση είναι αξιοπρεπέστατη. Είναι από τα βιβλία που τα τελειώνεις σε μια, πολύωρη καθισιά, ίσως δίπλα σε ένα τζάκι, καθώς έξω κάνει κρύο και βρέχει.
Δυστυχώς η βιβλιογραφία του συγγραφέα στα ελληνικά είναι πολύ φτωχή -μόνο κάτι δοκίμιά του κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τον Πατάκη με τίτλο "Ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα", ενώ τα μυθιστορήματά του είχαν κυκλοφορήσει πριν από δεκαετίες σε μεταφράσεις άθλιες- αλλά από την άλλη καλύτερα να τα διαβάσετε στα αγγλικά, όπου το κυνικό χιούμορ του λειτουργεί καλύτερα.

Και συνεχίζει ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος.
Τέλος, παραθέτουμε τους 8 κανόνες του Κερτ Βόνεγκατ για το πώς πρέπει να γράφεις ένα διήγημα (χρήσιμο και για τους bloggers):
1. Κάνε τον ξένο που θα σε διαβάσει να πιστέψει ότι δεν πέταξε το χρόνο του.
2. Δώσε στον αναγνώστη τουλάχιστον ένα χαρακτήρα τον οποίο να υποστηρίζει.
3. Κάθε χαρακτήρας σου θα πρέπει να επιζητά κάτι -έστω κι ένα ποτήρι νερό.
4. Κάθε πρόταση πρέπει να κάνει τουλάχιστον ένα από δύο πράγματα: Να αποκαλύπτει ένα χαρακτήρα ή να προωθεί την πλοκή.
6. Να είστε σαδιστής. Όσο γλυκοί και αθώοι κι ας είναι οι πρωταγωνιστές σας, κάντε τους να πάθουν τραγικά πράγματα -έτσι ο αναγνώστης θα μάθει από τι είναι φτιαγμένοι.
7. Γράψτε για να ικανοποιήσετε έστω έναν άνθρωπο. Αν "ανοίξετε το παράθυρο για να κάνετε έρωτα στον κόσμο", που λέει ο λόγος, θα αρπάξετε μια πνευμονία.
8. Δώστε στους αναγνώστες όση περισσότερη πληροφορία γίνεται όσο πιο σύντομα γίνεται. Ξεχάστε το σασπένς. Οι αναγνώστες πρέπει να καταλαβαίνουν όλα όσα συμβαίνουν τόσο καλά, που να μπορούν να τελειώσουν την ιστορία από μόνοι τους, αν έρθουν κατσαρίδες και φάνε τις τελευταίες σελίδες.

Ωραίες συμβουλές οι τελευταίες ε?



Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

ΤΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΛ. ΤΖΙΤΖΙΚΑΚΗ

ΤΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΟΥ ΔΟΝ ΡΙΓΟΒΕΡΤΟ του Μάριο Βάργκας Λιόσα, μετάφραση Βιβή Φωτοπούλου, εκδόσεις Καστανιώτη, 
Προσωπικά Αστεράκια 10 στα 10
και
ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ του Γεώργιου Ελ. Τζιτζικάκη, εκδόσεις Ιωλκός, 2010,
Προσωπικά Αστεράκια 5 στα 10


Μπορώ να πω ότι επρόκειτο για ατύχημα ... αλλά δεν έφταιγα εγώ. Η τύχη.
Πριν από κάμποσους μήνες πήγα στη δανειστική βιβλιοθήκη της γειτονιάς μου και πήρα 4 βιβλία. Τα δύο ήταν ελλήνων συγγραφέων τα οποία δεν έλεγαν τίποτα. Το άλλο ήταν πολύ καλό, αστυνομικό, μάλλον αστυνομικής λογοτεχνίας. Μπένζαμιν Μπλακ "Ο ασημένιος Κύκνος". Θα επανέλθω.
Το τέταρτο βιβλίο ήταν το βιβλίο του Λιόσα για τον οποίο δεν ήξερα τίποτε, παρά μόνο ότι μου αρέσει η λογοτεχνία της Ν. Αμερικής. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες με τσίμπησε η αρπάγη του εξαιρετικού βιβλίου. Επρόκειτο για έναν μεγάλο συγγραφέα. Έφτασα στη σελίδα 160 και .... άφησα το βιβλίο. Πολύ απλά δεν ήθελα να τελειώσει. Ήθελα να επιστρέψω σε συνθήκες απόλυτης συγκέντρωσης για να αντλήσω τη μεγαλύτερη δυνατή απόλαυση.¨Έβλεπα το βιβλίο στο κομοδίνο μου και έψαχνα την κατάλληλη ώρα για να το διαβάσω (που δεν ήταν δυνατόν να έρθει έτσι όπως ήθελα). Και τι θα γίνει? Δε θα το διάβαζα ποτέ? 
Η ώρα ήρθε με τη μορφή του (γνωστού για μένα ξεχεστικού) γράμματος από τη βιβλιοθήκη που έλεγε ότι καθυστερήσατε το τάδε βιβλίο και παρακαλούμε να το φέρετε πίσω κλπ. κλπ. διότι είσθε ένα γαϊδούρι.
Έτσι ξεκίνησα να το ξαναδιαβάζω και να θαυμάζω .... Επιτέλους ένα ωραίο βιβλίο!
Αν και από κάποιες απόψεις έχει μια τολμηρή γραφή, δεν μπορεί κάποιος παρά να θαυμάσει τη λογοτεχνική πένα και την αστείρευτη φαντασία. Ο Δον Ριγοβέρτο είναι ένας καθ΄όλα αξιοσέβαστος μεσόκοπος ασφαλιστής χωρίς ιδιαίτερο παρουσιαστικό. Είναι παντρεμένος με την Λουκρέσια αλλά ένα οικογενειακό γεγονός τούς κρατά σε διάσταση. Συνδετικός κρίκος για τους συζύγους αλλά και η αιτία του χωρισμού τους είναι ο 11χρονος γιος του Ριγοβέρτο από τον προηγούμενο γάμο του, το αγγελούδι - διαβολούδι Φοντσίτο. Ο Δον Ριγοβέρτο διαθέτει μια πλούσια βιβλιοθήκη και μια λατρεία για τη ζωγραφική. Έχει οξύ κριτικό μάτι και σημειώνει τις σκέψεις του στα αγαπημένα του τετράδια. Παράλληλα γράφει σωρεία γραμμάτων προς όποιον του κάνει εντύπωση, συνήθως αρνητική, κατακεραυνώνοντας συνήθειες, τρόπους και καταστάσεις. Ειρωνεύεται, πολλές φορές χλευάζει αλλά πάντα με χιούμορ. Η επινοητικότητα στα σχόλια του είναι καταπληκτική! Οι περιγραφές του μοναδικές. Όταν διάβασα τον "Λίβελο κατά του αθλητή" αναγνώρισα μερικές από τις δικές μου σκέψεις και έσκασα στα γέλια...
Ο Δον Ριγοβέρτο όμως όσο αξιοσέβαστος και σοβαρός είναι το πρωί, τόσο ερωτικός γίνεται όταν πέσουν τα φώτα. Τη νύχτα λοιπόν, η καυστική πένα του γίνεται ερωτική και αναμιγνύει στα γραπτά του τον ερωτισμό μαζί με το φετιχισμό, τη λαγνεία και πολλά άλλα... Ιστορίες διαπλέκονται, αναμνήσεις ξυπνούν, τόσο δικές του όσο και της Λουκρέσια, ο μικρός Φοντσίτο τους μπερδεύει και τους σκανδαλίζει και το τέλος είναι .... αίσιο για την οικογένεια.
Μου άρεσε η μετάφραση της Βιβής Φωτοπούλου. Βρήκα επίσης πολύ ταιριαστό το εξώφυλλο με τον πίνακα του Diego Rivera "Retrato de la Sra. Dona Elena Flores de Carrillo" το οποίο παραπέμπει στη Δόνια Λουκρέσια. Το βιβλίο διάβασα με πραγματική απόλαυση, επιστρέφοντας συχνά πίσω για να ξαναδώ μια φράση ή λέξη. Συμπτωματικά και ενώ προγραμμάτιζα την αγορά κάποιου άλλου βιβλίου του, μαθαίνω ότι πήρε το φετινό νόμπελ λογοτεχνίας. Ε λοιπόν, το άξιζε και με το παραπάνω!
Καθώς οι σελίδες του Δον Ριγοβέρτο έτρεχαν και η απόλαυση δεν έχανε κανένα βαθμό, μου έδωσαν το βιβλίο "Να μην ξεχάσω να ξυπνήσω" με καλά διαπιστευτήρια. Το λάθος ήταν που ξεκίνησα παράλληλη ανάγνωση. Δεν είναι δυνατόν να πετάγεσαι από ένα τέτοιο βιβλίο σε ένα όποιο άλλο. Λάθος, αλλά έτυχε.

  Το βιβλίο του Τζιτζικάκη δεν ήταν κακό αλλά όπως καταλαβαίνετε ωχριούσε μπροστά σε αυτό που διάβαζα και έχανε ραγδαία τα καλά του σημεία στην αναπόφευκτη σύγκριση. Μα τι απαίτηση είχα τέλος πάντων? Είναι τα μεγέθη συγκρίσιμα? Όχι αλλά ήταν άδικο για το δεύτερο βιβλίο. Το αναγνωρίζω.
Έτσι κι εγώ άφησα να περάσει λίγος καιρός για να καταλαγιάσουν οι εντυπώσεις. Το αποτέλεσμα όμως παρέμεινε το ίδιο.
Δεν μου άρεσε ούτε ο τίτλος που επέλεξε ο συγγραφέας ούτε το εξώφυλλο. Το τελευταίο παραπέμπει σε πολύ Μύκονο! Δεν μου άρεσαν επίσης κάποια συντακτικά και ορθογραφικά λάθη που βρήκα και απαιτούσαν καλύτερη επιμέλεια κειμένου.
Όταν μου έδωσαν το βιβλίο να το διαβάσω, μου είπαν "πρόσεξε, είναι σκληρό σε κάποια σημεία και μπορεί να μην το αντέξεις". Δεν το βρήκα καθόλου σκληρό. Τις "σκληρές" ιστορίες τις έχω κατ' επανάληψη διαβάσει σε περιοδικά κυριακάτικων εφημερίδων ως εξομολογήσεις, ιστορίες κλπ. κλπ. Να μου έλεγαν για τον "Βασιλιά της Αβάνας" του Γκουτιέρες ότι είναι σκληρό βιβλίο, να συμφωνήσω. Αλλά αυτό... όχι. Με τίποτα δηλαδή.
Ομολογώ ότι με απογοήτευσε το κλίμα του βιβλίου. Άντρες φίλοι με διαπλεκόμενες ιστορίες. Απογοητεύσεις, προδοσίες, αποφθέγματα, γκόμενες, φιλοσοφική διάθεση περί του έρωτος. Επιφανειακά και ανώριμα. Πιστεύω ότι ο συγγραφέας έχει δυνατότητες αλλά θέλει ακόμη πολλή δουλειά.